Συνεχίστηκε σήμερα στην κοινοβουλευτική Επιτροπή Παιδείας και Πολιτισμού, η συζήτηση για το επίμαχο νομοσχέδιο της κυβέρνησης που αφορούν τη νέα αξιολόγηση των εκπαιδευτικών, ένα από τα πιο καθοριστικά ζητήματα για το μέλλον της κυπριακής εκπαίδευσης. Πρόκειται για μια μεταρρύθμιση που δεν μπορεί να ιδωθεί απλώς ως τεχνική διαδικασία ή διοικητικό μέτρο. Είναι μια ουσιαστική τομή που αγγίζει τον πυρήνα της ποιότητας του εκπαιδευτικού μας συστήματος και τη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ πολιτείας, εκπαιδευτικών, μαθητών και γονέων.
Πιστεύω ακράδαντα πως η αξιολόγηση, όταν σχεδιάζεται σωστά, αποτελεί εργαλείο εξέλιξης, βελτίωσης και ενδυνάμωσης του εκπαιδευτικού έργου. Όμως, για να επιτύχει, πρέπει να βασίζεται σε αρχές διαφάνειας, αντικειμενικότητας και δικαιοσύνης, με ενεργό συμμετοχή όλων των εμπλεκομένων.
Το νέο σύστημα προβλέπει διαδικασίες επαγγελματικής ανάπτυξης και επιμόρφωσης για τους εκπαιδευτικούς, τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια της εφαρμογής του. Θεωρώ αυτή την πτυχή κομβικής σημασίας. Η αξιολόγηση δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως τιμωρία, αλλά ως ανατροφοδότηση. Ως μια διαδικασία που βοηθά τον εκπαιδευτικό να αναστοχαστεί, να εξελιχθεί, να νιώσει ότι το κράτος τον στηρίζει στον παιδαγωγικό του ρόλο. Η αξιολόγηση πρέπει να είναι καθρέφτης μάθησης, όχι φόβου.
Πολύ σημαντικό είναι επίσης ότι η μεταρρύθμιση αυτή προβλέπει σταδιακή, πενταετή εφαρμογή. Δεν επιβάλλεται βιαστικά, αλλά με σχέδιο και ρεαλισμό, ώστε να υπάρξει χρόνος προσαρμογής, εκπαίδευσης και αξιολόγησης της ίδιας της διαδικασίας. Είναι δείγμα σοβαρότητας το γεγονός ότι το ίδιο το σύστημα θα επαναξιολογείται, ώστε να διορθώνονται αδυναμίες και να ενισχύονται τα θετικά αποτελέσματα.
Η ισότητα και η αντικειμενικότητα πρέπει να είναι στο κέντρο. Η αξιολόγηση οφείλει να λαμβάνει υπόψη τις διαφορετικές πραγματικότητες των σχολείων: τις κοινωνικές και γεωγραφικές ανισότητες, τις ειδικές ανάγκες των μαθητών, τις συνθήκες κάθε περιοχής. Δεν μπορούμε να απαιτούμε τα ίδια από όλους, αν δεν παρέχουμε τα ίδια εργαλεία και ευκαιρίες σε όλους.
Πάνω απ’ όλα, θεωρώ πως ο εκπαιδευτικός πρέπει να βρίσκεται στο επίκεντρο αυτής της μεταρρύθμισης. Είναι αυτός που κάθε μέρα, με αφοσίωση και ευθύνη, διαμορφώνει τις νέες γενιές. Οφείλουμε, λοιπόν, να τον σεβαστούμε, να τον στηρίξουμε και να του δώσουμε τη δυνατότητα να εξελίσσεται συνεχώς. Μόνο μέσα από αυτή τη σχέση εμπιστοσύνης μπορεί να προκύψει ουσιαστική βελτίωση στην εκπαίδευση.
Ως ΔΗΠΑ–Συνεργασία αντιμετωπίζουμε αυτή τη μεταρρύθμιση με υπευθυνότητα και θεσμική ωριμότητα. Είμαστε έτοιμοι να συμβάλουμε εποικοδομητικά στον διάλογο, να στηρίξουμε ό,τι υπηρετεί την ποιότητα και την αξιοκρατία, αλλά και να ασκήσουμε κριτική όπου υπάρχουν αστοχίες ή ελλείψεις. Θέλουμε ένα σύστημα αξιολόγησης που να ενθαρρύνει τη δημιουργικότητα, να ανταμείβει την προσπάθεια, να εμπνέει εμπιστοσύνη και να στηρίζεται σε διαρκή ανατροφοδότηση.
Χρειαζόμαστε ένα σύστημα αξιολόγησης που να προάγει τη διαφάνεια, τη δημοκρατία, την ισότητα και την επαγγελματική ανέλιξη των εκπαιδευτικών, αλλά πάνω από όλα να υπηρετεί τη βελτίωση της ποιότητας της εκπαίδευσης για τους μαθητές μας και για το μέλλον του τόπου. Θέλουμε εκπαιδευτικούς που να μπορούν να στέκονται στην έδρα, να έχουν μεταδοτικότητα, αποδοτικότητα και αποτελεσματικότητα. Εμείς θα καταθέσουμε τις δικές μας εισηγήσεις και προτάσεις για να επιτευχθεί ο στόχος ενός σύγχρονου και δημοκρατικού πλαισίου αξιολόγησης, που πρώτιστα θα εξυπηρετεί τους μαθητές αλλά ταυτόχρονα και τους σωστούς και αποτελεσματικούς εκπαιδευτικούς.










