Στη μηνιαία δικοινοτική συνάντηση κάτω από την αιγίδα της πρεσβείας της Σλοβακίας τέθηκε ως θέμα προς συζήτηση, από το φιλοξενών τ/κ κόμμα Κοινοτικής Δημοκρατίας, το ακόλουθο: «Πώς μπορούμε να καταρτίσουμε ένα δικοινοτικό οδικό χάρτη για την υποχρεωτική χρήση τόσο της ελληνικής όσο και της τουρκικής γλώσσας στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση και στις δύο κοινότητες».
Τόσον για τον τίτλο, όσο και για το περιεχόμενο του αρχικού ανακοινωθέντος που προτάθηκε, υπήρξε έντονη παρέμβαση και διαφωνία από την αντιπρόεδρο της ΔΗ.ΠΑ- Συνεργασία, κα Αντιγόνη Παπαδοπούλου, που τόνισε πως υπό τις παρούσες συνθήκες δεν γίνεται αποδεκτή η όποια υποχρεωτική επιβολή της εκμάθησης των δύο γλωσσών στην τελούσα υπό κατοχή Κυπριακή Δημοκρατία.
Παραθέτουμε αυτούσια την παρέμβαση της.
«Εκτιμούμε την πρωτοβουλία του τ/κ Κόμματος Κοινοτικής Δημοκρατίας να ξεκινήσει έναν διάλογο για τη δίγλωσση εκπαίδευση, προτείνοντας την υποχρεωτική διδασκαλία της ελληνικής και τουρκικής γλώσσας στα δημοτικά σχολεία των δύο κοινοτήτων. Η εκπαίδευση και η γλώσσα αποτελούν σε μια κανονική χώρα, ισχυρά εργαλεία γεφύρωσης διαφορών, καλλιέργειας της ενσυναίσθησης και διαμόρφωσης του μέλλοντος της κοινωνίας. Ωστόσο αυτό δεν ισχύει στην δική μας πατρίδα, που τελεί υπό κατοχή.
Ως εκπρόσωπος της Δημοκρατικής Παράταξης- Συνεργασίας Δημοκρατικών Δυνάμεων, δηλώνω πως είμαστε ταγμένοι στον αγώνα για μια δίκαιη και βιώσιμη λύση του Κυπριακού προβλήματος. Ως εκ τούτου, οφείλουμε να εκφράσουμε με σαφήνεια την αντίθεσή μας σε οποιαδήποτε υποχρεωτική εφαρμογή δίγλωσσης διδασκαλίας στα σχολεία μας, υπό τις παρούσες συνθήκες.
Η Κύπρος παραμένει μια διχασμένη χώρα — όχι λόγω πολιτισμικών ή γλωσσικών διαφορών, αλλά εξαιτίας της τουρκικής κατοχής και των εμποδίων που αυτή προβάλλει στην εξεύρεση λύσης. Πάνω από 40.000 τουρκικά στρατεύματα συνεχίζουν να βρίσκονται στον βόρειο τμήμα του νησιού μας. Ο διακηρυγμένος στόχος της Τουρκίας δεν είναι η επανένωση, αλλά η θεσμοθέτηση μιας λύσης δύο κρατών, κάτι που σίγουρα υπονομεύει την κυριαρχία και την εδαφική ακεραιότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Η εκπαιδευτική πολιτική δεν μπορεί — και δεν πρέπει — να αποσυνδέεται από αυτήν την πολιτική πραγματικότητα. Το Σύνταγμα του 1960, που κατοχύρωσε την κοινοτική αυτονομία σε θέματα εκπαίδευσης, αναγνώρισε τις διακριτές ταυτότητες και προτεραιότητες των δύο κοινοτήτων. Η επιβολή υποχρεωτικής δίγλωσσης διδασκαλίας σήμερα, χωρίς κοινό όραμα για λύση του κυπριακού, συμφιλίωση και επανένωση, δεν προάγει την ενότητα. Αντίθετα, ενέχει τον κίνδυνο νομιμοποίησης της διαίρεσης και αγνόησης του ευρύτερου πλαισίου της συνεχιζόμενης κατοχής και άρνησης θεμελιωδών δικαιωμάτων των συμπατριωτών μας.
Ας είμαστε σαφείς: Η εκμάθηση γλωσσών μπορεί να ενθαρρύνεται μέσα από εθελοντικές πρωτοβουλίες, αλλά όχι να επιβάλλεται επίσημα, ως υποκατάστατο της έλλειψης προόδου για δίκαιη και βιώσιμη λύση του κυπριακού.
Για τη ΔΗ.ΠΑ. προέχει να προτάξουμε ως αναγκαία προϋπόθεση την διασφάλιση μιας δίκαιης και βιώσιμης λύσης του κυπριακού με την διασφάλιση της Κυριαρχίας, της Ειρήνης και μελλοντικής αποστρατιωτικοποίησης της πατρίδας μας, προτού εξετάσουμε τις όποιες θεσμικές εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις για καλύτερη μελλοντική συνεργασία και εμπιστοσύνη των δύο κοινοτήτων. Τέτοιες προϋποθέσεις προς το παρόν, δεν υφίστανται.
Παρά ταύτα, παραμένουμε βαθιά δεσμευμένοι στην δικοινοτική συνεργασία και την οικοδόμηση εμπιστοσύνης, προτείνοντας μάλιστα την υιοθέτηση ουσιαστικών, συμβολικών και πρακτικών κοινών δράσεων, όπως π.χ. :
Α) Την απομάκρυνση της προκλητικής τουρκικής σημαίας στο βουνό Πενταδάκτυλος, που μας πληγώνει καθημερινά και παραμένει τραγική υπενθύμιση της κατοχής και σύμβολο διαίρεσης και τουρκικής κυριαρχίας.
Β) Τη δημιουργία μιας κοινής επιτροπής για τη διαχείριση περιβαλλοντικών καταστροφών, σε όλο το νησί, αντιμετωπίζοντας κοινές απειλές, όπως πυρκαγιές, λειψυδρία και κλιματική κρίση.
Γ) Την προώθηση κουλτούρας σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της πολιτιστικής φυσιογνωμίας και των θρησκευτικών παραδόσεων, μέσα από την εκπαίδευση, πολιτισμικές ανταλλαγές και διαθρησκειακό διάλογο.
Τα μέτρα αυτά, αν και μετριοπαθή, έχουν τη δύναμη να οικοδομήσουν εμπιστοσύνη, να ενισχύσουν τον αμοιβαίο σεβασμό και να αποτελέσουν βήματα προς τον ύψιστο στόχο — μια ειρηνική, ενωμένη Κύπρο, απαλλαγμένη από την κατοχή, εξωτερικές παρεμβάσεις και τη συνεχή απειλή χρήσης βίας.
Μόνο τότε, όταν αποκατασταθούν οι συνθήκες ελευθερίας, αξιοπρέπειας και κυριαρχίας, μπορούμε να ξεκινήσουμε μια γνήσια συζήτηση για το πώς τα παιδιά μας θα μάθουν τη γλώσσα της άλλης κοινότητας — όχι ως πολιτικό εργαλείο, αλλά ως οργανική έκφραση ενός κοινού μέλλοντος.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:










