Στη σημερινή συνεδρία της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Παιδείας και Πολιτισμού εξετάσαμε ένα ζήτημα μείζονος σημασίας που έχουμε εγγράψει μαζί με άλλους συναδέλφους «την αναγνώριση της επαγγελματικής πείρας των καθηγητών Τεχνικής Εκπαίδευσης για σκοπούς προαγωγής».
Η ανάγκη για ισότιμη μεταχείριση, αναγνώριση και αξιοποίηση της επαγγελματικής εμπειρίας των εκπαιδευτικών του τεχνικού κλάδου είναι διαχρονική και εξαιρετικά επίκαιρη. Δυστυχώς, το πρόβλημα αυτό ταλανίζει την Τεχνική Εκπαίδευση εδώ και δεκαετίες, δημιουργώντας αίσθημα αδικίας και άνισης αντιμετώπισης μεταξύ των εκπαιδευτικών. Ειδικά τώρα σε μια περίοδο που δίνουμε εξαιρετική σημασία στην ανάπτυξη της Τεχνικής Εκπαίδευσης για να ικανοποιεί τις ανάγκες της βιομηχανίας και της οικονομίας του τόπου.
Σήμερα, παρά την ύπαρξη των Κανονισμών του 2019 για την αναγνώριση υπηρεσίας, προϋπηρεσίας και τεχνικής πείρας και τις πρόνοιες του περί Δημόσιας Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας Νόμου, εξακολουθούν να υφίστανται ασάφειες και στρεβλώσεις στον τρόπο με τον οποίο μοριοδοτείται η επαγγελματική εμπειρία. Ο διαχωρισμός της μοριοδότησης σε «βιομηχανική» και «εκπαιδευτική» πείρα οδηγεί συχνά σε παραγκωνισμό της πραγματικής επαγγελματικής συνεισφοράς των καθηγητών Τεχνικής Εκπαίδευσης. Πρόκειται για μια αναχρονιστική προσέγγιση, που δεν ανταποκρίνεται ούτε στις σύγχρονες ανάγκες του εκπαιδευτικού μας συστήματος ούτε στο πνεύμα δικαιοσύνης και αξιοκρατίας που πρέπει να διέπει τις διαδικασίες ανέλιξης και προαγωγής.
Ως Δημοκρατική Παράταξη – ΔΗΠΑ-Συνεργασία Δημοκρατικών Δυνάμεων, χαιρετίζουμε τη θετική πρόθεση του Υπουργείου Παιδείας να προχωρήσει στις απαραίτητες νομοθετικές ρυθμίσεις για εκπόνηση κανονισμών, τις οποίες έχουμε ζητήσει να μας αποσταλούν εντός των επόμενων 2-3 εβδομάδων, και εκφράζουμε τη βούληση μας να συμβάλουμε με ουσιαστικό, τεκμηριωμένο και εποικοδομητικό τρόπο στη διαμόρφωση μιας λύσης. Λύσης που θα αποκαθιστά την αδικία, θα αναγνωρίζει ισότιμα την τεχνική εμπειρία και θα ενισχύει την Τεχνική Εκπαίδευση της χώρας μας.
Προτεραιότητά μας παραμένει η διασφάλιση ενός δίκαιου και αξιοκρατικού εκπαιδευτικού συστήματος, το οποίο θα αξιοποιεί πλήρως τις γνώσεις, τις δεξιότητες και την εμπειρία των λειτουργών του, προς όφελος των μαθητών, της κοινωνίας και της οικονομίας.










