Κατά τη συζήτηση στην Επιτροπή Προσφύγων της Βουλής, για το ζήτημα των εκποιήσεων, επισημάνθηκε η ικανοποίηση για το γεγονός ότι μέχρι στιγμής ούτε τράπεζες ούτε εταιρείες εξαγοράς δανείων έχουν προχωρήσει σε εκποίηση πρώτης κατοικίας πρόσφυγα εντός προσφυγικού συνοικισμού. Το στοιχείο αυτό αποτυπώνει μια στάση αυτοσυγκράτησης που οφείλει να διατηρηθεί και να μετατραπεί σε σταθερή πολιτική πρακτική.
Παράλληλα, διευκρινίστηκε ότι ο αρχικός αριθμός των υποθέσεων, ο οποίος παρουσιαζόταν να ανέρχεται περίπου στις 1.400 περιπτώσεις, μετά από έλεγχο και επικαιροποίηση των στοιχείων περιορίζεται τελικά σε 334 υποθέσεις. Ο αριθμός αυτός, αν και δεν παύει να αφορά ανθρώπινες ζωές και οικογένειες, είναι διαχειρίσιμος και καθιστά εφικτή την εξεύρεση στοχευμένων και βιώσιμων λύσεων, εφόσον υπάρξει πολιτική βούληση και συνεργασία όλων των εμπλεκομένων.
Από την ενημέρωση των αρμόδιων φορέων προκύπτει επίσης ότι σε αρκετές περιπτώσεις έχουν ήδη επιτευχθεί διακανονισμοί, ενώ άλλοι πολίτες βρίσκονται σε διαδικασία διαπραγμάτευσης με τις τράπεζες και τις εταιρείες εξαγοράς πιστώσεων, με στόχο την οριστική διευθέτηση των οφειλών τους. Η εξέλιξη αυτή καταδεικνύει ότι υπάρχουν περιθώρια συνεννόησης και ρύθμισης, χωρίς να οδηγούνται οι υποθέσεις σε ακραία μέτρα.
Το ζήτημα, ωστόσο, δεν περιορίζεται αποκλειστικά στους πρόσφυγες που διαμένουν σε κρατικούς προσφυγικούς συνοικισμούς. Υπάρχουν και περιπτώσεις πρώτης κατοικίας σε συνοικισμούς αυτοστέγασης, καθώς και πρόσφυγες που έχουν ανεγείρει την κατοικία τους σε άλλα τεμάχια γης, εκτός των οργανωμένων συνοικισμών. Η προσέγγιση οφείλει να είναι συνολική και δίκαιη, ώστε να μην δημιουργούνται κατηγορίες πολιτών με άνιση μεταχείριση.
Η θέση που διατυπώθηκε είναι σαφής: η πρώτη κατοικία των προσφύγων πρέπει να προστατευθεί, ανεξαρτήτως του αν βρίσκεται σε προσφυγικό συνοικισμό, σε συνοικισμό αυτοστέγασης ή εκτός αυτών. Η Πολιτεία δεν μπορεί να επιτρέψει την επαναπροσφυγοποίηση ανθρώπων που ήδη βίωσαν τον ξεριζωμό και τις συνέπειες της εισβολής. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στο γεγονός ότι η πλειοψηφία των προσφύγων που διαμένουν σε αυτές τις κατοικίες είναι προχωρημένης ηλικίας, συχνά με σοβαρά προβλήματα υγείας και περιορισμένες οικονομικές δυνατότητες.
Ως εκ τούτου, τονίστηκε ότι δεν πρέπει να προχωρήσει, με οποιονδήποτε τρόπο, η εκποίηση πρώτης κατοικίας προσφύγων, σε οποιαδήποτε από τις πιο πάνω κατηγορίες. Η αντιμετώπιση του ζητήματος οφείλει να στηριχθεί σε κοινωνικά και ανθρωπιστικά κριτήρια, με στόχο την εξεύρεση ρεαλιστικών λύσεων που θα διασφαλίζουν τόσο την κοινωνική συνοχή όσο και το αίσθημα δικαιοσύνης.










