Εμείς ως Ε/K κοινότητα δεν έχουμε την πολυτέλεια, ούτε την επιλογή ιστορικής ευθύνης, να αποστασιοποιηθούμε από το πλαίσιο λύσης του Κυπριακού, που δεν είναι άλλο, από τη λύση Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας με πολιτική ισότητα, όπως προνοείται στα Ψηφίσματα των Ηνωμένων Εθνών, αλλά και τις αποφάσεις των θεσμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τη βούληση της διεθνούς κοινότητας, όπως αυτή παγίως εκφράζεται όλα τα προηγούμενα χρόνια.
Η λύση, φυσικά, πρέπει να οδηγεί σε απαλλαγή από την κατοχή και τα συνεπακόλουθά της, στην αντιστροφή των τετελεσμένων της εισβολής, και σε ένα κανονικό κράτος.
Η Τριμερής συνάντηση της Νέας Υόρκης και τα από αυτήν απορρέοντα αφήνουν κάποια χαραμάδα αισιοδοξίας για έξοδο του Κυπριακού από την στασιμότητα των τελευταίων επτά και πλέον ετών.
Όμως παράλληλα εκφράζουμε και την ανησυχία μας για την καθυστέρηση που παρατηρείται στην υλοποίηση των συμφωνηθέντων στην Νέα Υόρκη. Ελπίζουμε σύντομα να υπάρξουν εξελίξεις προς αυτή την κατεύθυνση.
Επιπρόσθετα, θετική θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί η συνέχιση της προσπάθειας αναθέρμανσης των ελληνοτουρκικών σχέσεων, η οποία αν και μέχρι στιγμής δεν έχει αποδώσει συγκεκριμένα αποτελέσματα, συμβάλλει ουσιαστικά στη διατήρηση του ήρεμου κλίματος στις σχέσεις των δύο χωρών που έχουν αποφασιστικό ρόλο στις προσπάθειες επίλυσης του Κυπριακού.
Λόγω των κυβερνητικών κρίσεων στις δύο μεγαλύτερες χώρες της Ε.Ε. με την μεγαλύτερη επιρροή εντός της Ένωσης, τη Γερμανία και τη Γαλλία, και την συνεπακόλουθη πολιτική ρευστότητα σε αυτές, είναι δύσκολο να προβλεφθεί πως θα εξελιχθεί η προσπάθεια για την αναθέρμανση των σχέσεων Ε.Ε.-Τουρκίας.
Αυτή η προσπάθεια θα μπορούσε να αποβεί ωφέλιμη για το Κυπριακό, νοουμένου ότι η όποια πρόοδος των ευρωτουρκικών, όπως επίσης και το ενδιαφέρον της Τουρκίας για αναβάθμιση της τελωνειακής της σχέσης με την ΕΕ, θα συναρτάται με την πρόοδο στο Κυπριακό. Όμως και επ’ αυτού επικρατεί αβεβαιότητα μέχρι να εκτονωθούν οι κυβερνητικές κρίσεις σε Βερολίνο και Παρίσι, μια διαδικασία η οποία αναμένεται να διαρκέσει αρκετούς μήνες.
Το πιο κρίσιμο και καθοριστικό σημείο, που αποτελεί και το κλειδί για ουσιαστικές ενδεχομένως εξελίξεις στο κυπριακό, αποτελούν οι στρατηγικές στοχεύσεις της Τουρκίας. Και αυτό, γιατί, η Τουρκία επιμένει να παρουσιάζεται ως μια ισχυρή περιφερειακή δύναμη, αξιοποιώντας τη γεωστρατηγική της θέση, προσεταιριζόμενη άλλοτε τις ΗΠΑ, άλλοτε τη Ρωσία, δίνοντας το μήνυμα ότι δεν είναι δεδομένη για κανέναν.
Σημαντικός παράγοντας εν προκειμένω θα είναι και η πολιτική που θα υιοθετήσουν οι Ηνωμένες Πολιτείες έναντι της Τουρκίας μετά την ανάληψη της εξουσίας από τον Πρόεδρο Τράμπ τον προσεχή Ιανουάριο.
Όμως και η πολιτική της νέας αμερικανικής κυβέρνησης στην ευρύτερη περιοχή θα είναι βαρύνουσας σημασίας. Τυχόν μείωση της αμερικανικής παρουσίας και ενδιαφέροντος για την ευρύτερη περιοχή μας, όπως εικάζεται, πιθανόν να δημιουργήσει κενά τα οποία θα καραδοκούσε να συμπληρώσει η Τουρκία, προκειμένου να προωθήσει τον στόχο της όπως καταστεί η ηγεμονική δύναμη της περιοχής, με ότι αυτό συνεπάγεται για την Κύπρο και το κυπριακό.
Μέσα, λοιπόν, από αυτές τις εξελίξεις, με απροσδιόριστο ή χωρίς προβλέψιμο αποτέλεσμα, δεν μπορεί εύκολα κάποιος να εκφράσει βεβαιότητα για τις όποιες εξελίξεις στο κυπριακό.
Εκείνο το οποίο οφείλουμε βεβαίως να αναγνωρίσουμε και να αναδείξουμε, στην παρούσα φάση, είναι ο αποφασιστικός ρόλος της κυβέρνησης Χριστοδουλίδη στην αναθέρμανση του ενδιαφέροντος του διεθνούς παράγοντα για το Κυπριακό.
Από την πρώτη μέρα ανάληψης της Προεδρίας, με στοχευμένες και ουσιαστικές πρωτοβουλίες και παραγωγική διπλωματία, η παρούσα κυβέρνηση κατάφερε να πείσει για την ειλικρίνεια και ετοιμότητα της, αλλά προπάντων για την αξιοπιστία της και κατάφερε να αντιστρέψει το ράθυμο και διστακτικό μοτίβο αντιμετώπισης του Κυπριακού από τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών και τον ίδιο τον Γενικό Γραμματέα, από την Ευρωπαική Ένωση και από ξένες κυβερνήσεις με σημαντικό ρόλο και λόγο στη διεθνή σκηνή, που ήδη προανέφερα.
Η τακτική της δυτικόστροφης πολιτικής προσέγγισης, η διασύνδεση του Κυπριακού με τα Ευρωτουρκικά (όπως εκφράστηκε μέσα από τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου τον Απρίλιο 2024) και η αξιοποίηση της εξομάλυνσης και αναθέρμανσης των Ελληνοτουρκικών σχέσεων υπήρξε ήσσονος σημασίας για να φτάσουμε στην Τριμερή της Νέας Υόρκης και στις αποφάσεις που ακολούθησαν και αυτά πιστώνονται στον Πρόεδρο Χριστοδουλίδη.
Θα ήθελα επίσης να αναφερθώ στη πρόσφατη δημόσια συζήτηση και αντεγκλήσεις σχετικά με τις σχέσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας με το ΝΑΤΟ. Τα όσα δημοσίως διημείφθησαν και άκαιρα ήταν και αχρείαστα, λόγω της γνωστής αρνητικής στάσης της Άγκυρας.
Όπως είναι γνωστό οι αποφάσεις στο Βορειατλαντικό Συμβούλιο, το κύριο αποφασιστικό όργανο του ΝΑΤΟ, λαμβάνονται με ομοφωνία. Εμείς δεν είμαστε αντίθετοι στη διμερή συνεργασία με κράτη μέλη του ΝΑΤΟ, περιλαμβανομένων και των Ηνωμένων Πολιτειών, για προμήθεια σύγχρονου εξοπλισμού για την Ε.Φ., εκπαίδευση των στελεχών της και αναβάθμιση των στρατιωτικών υποδομών της Δημοκρατίας στα πρότυπα του ΝΑΤΟ.
Όμως το θέμα της ένταξης της Κύπρου στην Βορειοατλαντική Συμμαχία θα μπορούσε να συζητηθεί στο ευρύτερο πλέγμα των διευθετήσεων ασφαλείας της Κυπριακής Δημοκρατίας στο πλαίσιο της λύσης του Κυπριακού, όπου η κατάργηση του αναχρονιστικού συστήματος των εγγυήσεων παραμένει μία από τις βασικότερες μας επιδιώξεις.
Τέλος, δική μας ευθύνη και υποχρέωση είναι να προσεγγίσουμε τα δεδομένα ενώπιον μας με ρεαλισμό και όχι με ευσεβοποθισμούς, χωρίς αχρείαστες ωραιοποιήσεις και χωρίς δογματισμούς.
Οφείλουμε να πολιτευτούμε με ευελιξία, αξιοπιστία και συνέπεια, στη βάση αρχών και στα πλαίσια του διεκδικητικού ρεαλισμού. Ο προσανατολισμός μας θα πρέπει να είναι σταθερός και χωρίς παλινδρομήσεις.






